Η χρήση του ξύλου ως δομικό και διακοσμητικό υλικό έχει έχει ρίζες του από τα αρχαία χρόνια. Το ξύλο προσφέρει ύφος και ποιότητα σε εσωτερικούς αλλά και εξωτερικούς χώρους. Διαφόρων ειδών έπιπλα, πόρτες, παράθυρα κ.α. δίνουν άλλη αίγλη και «ζεστασιά» σε σχέση με τα παρόμοια τους, τα οποία είναι φτιαγμένα από σίδερο ή κάποιας άλλης λογής μέταλλο. Βέβαια το βασικό μειονέκτημα του ξύλου, το οποίο αποθαρρύνει πολλούς για να το χρησιμοποιήσουν, είναι ότι σε
σχέση με τα άλλα υλικά απαιτεί περισσότερη φροντίδα και τακτική συντήρηση.
Κι όμως η συντήρηση και το βάψιμο των ξύλινων επιφανειών είναι από εκείνες τις δουλειές του σπιτιού, που μπορούν εύκολα και γρήγορα να πραγματοποιηθούν. Και βεβαίως το αισθητικό αποτέλεσμα που επιτυγχάνετε από τη χρήση κάποιου «σκληρού» υλικού. Επίσης δεν είναι δύσκολο να φρεσκαριστούν ξύλινες πόρτες και παράθυρα ή τα ξύλα μιας βεράντας. Ακόμη μπορείτε να μεταποιήσετε τα παλιά ξύλινα έπιπλα σας, ένα τραπέζι, κρεβάτι κ.λ.π., βάφοντας τα και δημιουργώντας πραγματικά εντυπωσιακά έπιπλα που θα μοιάζουν σαν καινούρια.
Το πρώτο που πρέπει να γνωρίζετε πριν ξεκινήσετε την διαδικασία είναι σε ποια κατηγορία ξύλου ανήκει η επιφάνεια που θέλετε να βάψετε, ανάλογα με την επεξεργασία που έχει ήδη υποστεί:
1. Ακατέργαστο άβαφτο και αλουστράριστο:
Είνα φυσικό ξύλο με εντελώς ματ υφή που διακρίνονται τα νερά του, π.χ. έπιπλα από σουηδικό ξύλο χωρίς γυαλιστερή επιφάνεια, απλές ξύλινες σανίδες, ραμποτέ άβαφτα κλπ.
2. Άβαφτο και Λουστραρισμένο:
Και εδώ διακρίνοντα καθαρά τα νερά του ξύλου, κάτω από τη γυαλιστερή του
όμως υφή, αποτέλεσμα του λούστρου/βερνικιού που έχει περαστεί. Για παράδειγμα κάθε είδους έπιπλα στο χρώμα του ξύλου, με γυαλιστερή όψη.
3. Βαμμένο:
Τα νερά του ξύλου έχουν καλυφθεί εντελώςαπό το χρώμα που έχει βαφτεί, άσχετα αν η υφή της επιφάνειας είναι ματ ή γυαλιστερή. Για παράδειγμα μια άσπρη ξύλινη πόρτα, ένα χρωματιστό διακοσμητικό ξύλινο αντικείμενο, μια κατακόκκινη καρέκλα καφενείου κ.α.
Υπάρχουν δύο είδη βαφές ξύλινων επιφανειών. Η μία γίνεται με βερνίκια που μπορούν να αναδείξουν την πραγματική όψη του ξύλου και μάλιστα να την τονίσουν και ιδιαίτερα. Η δεύτερη γίνεται με βερνίκια που μπορούν να καλύψουν υε φιλμ πλήρωε την επιφάνεια του ξύλου, έτσι ώστε να μην τονίζεται καθόλου η ξύλινη επιφάνεια. Εκτός αυτών όμως των δυο ειδών βαφής υπάρχει και η οικονομική συμφέρουσα βαφή προστασίας , όπως είναι ο τρόπος βαφής με λινέλαιο.
Αυτού του είδους οι βαφές γίνονται κυρίως σε επιφάνειες από ξύλο πολυτελείας. Το βερνίκωμα αποτελεί ένα ανθεκτικό και καλαίσθητο φινίρισμα για εσωτερικές επιφάνειες και υπό ορισμένες προϋποθέσεις και για εξωτερικές. Τα βερνίκια απλώνονται εύκολα στο ξύλο σε δύο ή περισσότερες στρώσεις, έπειτα βέβαια από προετοιμασία με το ανάλογο αστάρι. Το αστάρι πρέπει να είναι τέτοιο ώστε να επιτυγχάνει υψηλή διείσδυση, να ρυθμίζει την υγρασία κα τη διαπνοή και να προστατεύει από τους μπλε μύκητες.
Ανάλογα με τον τύπο τους, τα βερνίκια μπορεί να παρέχουν γυαλιστερή ή ματ επιφάνεια στο φυσικό χρώμα του ξύλου. Τα παλαιά παραδοσιακά βερνίκια είχαν ως βάση ανθεκτικές συνθετικές ουσίες. Τα βερνίκια πολυουθεράνης με διαλύτες υπάρ¬χουν σε πολλές ποικιλίες και παρέχουν συνήθως γυαλιστερή επιφάνεια. Αυτά μπορεί να περιέχουν στερεά σωματίδια σε αιώρηση, τα οποία ενσωματώνονται στην ξύλινη επιφάνεια, έπειτα από την εξάτμιση των πτητικών συστατικών του βερνικιού και αυξάνουν την αντοχή της.
Τα αλκυδικά βερνίκια με βάση το νερό παρέχουν συνήθως ματ επιφάνειες. Τα βερνίκια που περιέχουν μικρή ποσότητα δια¬φανών ή αδιαφανών χρωστικών ουσιών προορίζονται για τη φυσική ανάδειξη του ξύλου και μπορούν απλά να μεταβάλουν ελαφρά τη φυσική του απόχρωση. Το ξύλο σκουραίνει όσο πιο πολύ περνιέται από περισσότερα χέρια ελαφρά έγχρωμου βερνικιού.
Δεν πρέπει βέβαια να ξεχνά κανείς ότι ξύλινες επιφάνειες που βάφονται με βερνίκια απαιτούν, σε σύγκριση με αυτές που είναι βαμμένες με άλλες, πλήρως επικαλυπτικές βαφές, βραχύτερα χρονικά διαστήματα συντήρησης λόγω της ευκολότερης διαπερατότητας της υπεριώδους ακτινοβολίας σε αυτά. Τα βερνίκια που προορίζονται για εξωτερικές ξύλινες επιφάνειες περιέχουν στη μάζα τους ειδικές στεγανωτικές ουσίες για την προστασία του ξύλου από την υγρασία.
Στη σύγχρονη αγορά υπάρχουν επίσης βερνίκια με ειδικές μυκητοκτόνες προσμείξεις. Βέβαια σε κάθε περίπτωση πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και οι κλιματολογικοί παράγοντεε που μπορεί να απαιτήσουν μια συγκεκριμένη δομή στρώσεων και να θέσουν όρια στις χρωματικές επιλογές.
Συντήρηση βερνικωμένων ξύλινων εξωτερικών επιφανειών
Ένα πρόβλημα που παρουσιάζεται έντονα στη χώρα μας είναι η κακή συντήρηση των ξύλινων εξωτερικών επιφανειών. Το βερνικωμένο ξύλο που προσδίδει τη φυσική μορφή του απαι¬τεί ιδιαίτερη προσοχή φροντίδα και συντήρηση. Σε κάθε προσπάθεια καλής συντήρησης είναι πολύ σημαντικό να γνωρίζει κανείς τους εχθρούς του ξύλου και πως αυτοί ενεργούν. Οι σημαντικότεροι εχθροί του ξύλου είναι τα έντομα, οι μύκητες και η υπεριώδεις ακτινοβολία. Τα ξυλοφάγα έντομα προσβάλλουν κυρίως το ξηρό ξύλο και η δράση τους ευνοείται από τις υψηλές θερμοκρασίες. Οι μύκητες αντίθετα από τα έντομα προσβάλλουν τα ξύλα με υψηλότερη υγρασία.
Οι καιρικές συνθήκες (ηλιακή ακτινοβολία, υγρασία, βροχή, χιόνι κλπ) επηρεάζουν τις μηχανικές αντοχές και τις διακοσμητικές ιδιότητες του ξύλου. Επομένως γίνεται φανερό ότι η σωστή συντήρηση του ξύλου είναι απαραίτητη ώστε να επιμη¬κύνεται η ζωή του και να διατηρούνται οι διακοσμητικές του ιδιότητες.
Για τη συντήρηση του ξύλου χρησιμοποιούνται ειδικά προϊόντα που προσφέρουν πραγματική προστασία και από τους τέσσερις παράγοντες που αναφέρθηκαν παραπάνω.
Βαφές ξύλινων επιφανειών με αδιαφανή χρώματα
Οι ξύλινες επιφάνειες μπορούν να βαφούν σε τελική στρώση ή με ελαιοχρώματα κατάλληλα για το ξύλο ή με ελαιοχρώματα ειδικού τύπου που ονομάζονται ριπολίνες και πήραν το όνομα τους από τη γαλλική εταιρία που πρώτη τις κατασκεύασε. Σήμερα όλα τα καλά εργοστάσια παραγωγής χρωμάτων παρασκευάζουν ριπολίνες βάσης νερού για εσωτερική και εξωτερική χρήση. Αυτές είναι διαπνέουσες άοσμες, ταχύπηκτες και κατάλληλες για ακραίες κλιματολογικές καταπονήσεις. Μπορεί να είναι γυαλιστερές ή σατινέ. Το φιλμ τους είναι υδρατμοδιαπερατό, τελείως αδιάβροχο, ανθεκτικό στην υπεριώδη ακτινοβολία και τον παγετό και χρωματικά φωτοσταθερό.
Εφαρμογή της ριπολίνης
Η εφαρμογή της ριπολίνης είναι το τελευταίο στάδιο φινιρίσματος των ξύλινων επιφανειών. Απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή και υπομονή για την επίτευξη σωστού αποτελέσματος. Με ένα γυαλόχαρτο Νο 150 τρίβεται ελαφρά η επιφάνεια του ξύλου για να φύγουν οι όποιες ατέλειες από τη βελατούρα. Κατόπιν σκουπίζεται καλά η επιφάνεια με ένα μαλακό πανί.
Σε ένα σκαφάκι ρίχνεται η ριπολίνη και αναδεύεται με ένα καθαρό αναδευτήρα. Κατόπιν με ένα καθαρό πινέλο γίνονται τα κοψίματα στους μεντεσέδες στις κλειδαριές και στις γωνίες, όπως ακριβώς και στη βελατούρα.
Πρέπει να δίνεται μεγάλη προσοχή στη ποσότητα του χρώματος που θα έχει το πινέλο. Αυτή δεν πρέπει να είναι μεγάλη και σε κάθε περίπτωση είναι απαραίτητο με το πινέλο να μαζεύονται αμέσως τα τρεξίματα για να μην δημιουργούνται σκιές, ιδιαίτερα στα σημεία όπου το ρολό δεν μπορεί να προσεγγίσει. Αμέσως μετά περνιέται η υπόλοιπη επιφάνεια του ξύλου με ρολό. Αυτό πρέπει να γίνει χωρίς καθυστέρηση, ειδικά το καλοκαίρι και για τις ριπολίνες νερού που το στέγνωμα γίνεται πολύ γρήγορα. Κατόπιν εφαρμόζεται το χρώμα πάνω και κάτω με οριζόντια κίνηση και ακολουθεί το πέρασμα ολόκληρης της επιφάνειας με κάθετη κίνηση και με μικρή πίεση του ρολού.
Παράλληλα διορθώνονται με το πινέλο τυχόν σκιές και αφού αφεθεί επί ένα λεπτό να τσιμπήσει όπως λέγεται στην γλώσσα των μπογιατζήδων, το χρώμα με το ρολό και με συνεχόμενη κίνηση στρώνεται η ριπολίνη στην επιφάνεια και χωρίς να τοποθετηθεί άλλο χρώμα σε αυτό για να αποκτήσει το χρώμα ομοιογένεια.
Το πρώτο χέρι της ριπολίνης αφήνεται μια μέρα να στεγνώσει καλά. Πριν περαστεί το δεύτερο χέρι που θα δώσει και την τελική γυαλάδα, τρίβεται η επιφάνεια πολύ ελαφρά με γυαλόχαρτο Νο 150 για να εξαφανιστούν τυχόν τρεξίματα ή κακοτεχνίες της ριπολίνης στην επιφάνεια.
Ακολουθεί σκούπισμα με μαλακό πανί και αμέσως μετά περνιέται το δεύτερο χέρι ριπολίνης. Η εφαρμογή του γίνεται με την ίδια ακριβώς διαδικασία όπως το πρώτο χέρι δηλαδή κοψίματα με πινέλο, πέρασμα και στρώσιμο με το ρολό, διορθώσεις με το πινέλο στια δύσκολα σημεία και τελικό συνεχόμενο σουμάρισμα με το ρολό χωρίς χρώμα. Για να είμαστε σίγουροι για το αποτέλεσμα της βαφής, πρέπει να δούμε για πιθανές ατέλειες της επιφάνειας, όσο ακόμα είναι φρεσκοβαμμένη και με τέτοια κλίση ώστε το φυσικό φως να δημιουργεί γυαλάδες. Οι ατέλειες Διορθώνονται προσεκτικά με ρολό.
Λακάρισμα ξύλινων επιφανειών
Οι λάκες, όπως είναι γνωστές από την αραβική λέξη «λακ», αποτελούνται από ελαστική ρητίνη και σκληρυντή. Τα δύο αυτά υλικά αναμειγνύονται ακριβώς πριν την εφαρμογή. Οι ξύλινες επιφάνειες που πρόκειται να λακαριστούν πρέπει να είναι απόλυτα καθαρές από παλιές βαφές και να έχουν υποστεί λείανση με γυαλόχαρτο. Η εφαρμογή της λάκας γίνεται σε δύο ή τρεις στρώσεις και σε χώρο καλά αεριζόμενο. Το υλικό στεγνώνει περίπου δύο ώρες και παρέχει στις ξύλινες επιφάνειες λείες και αδιαφανείς έγχρωμες επικαλύψεις. Ανάλογα με την υφή που επιδιώκεται να δοθεί στη λακαρισμένη επιφάνεια, μπορεί να ακολουθήσουν διάφορες επιφανειακές επεξεργασίες.
Για να έχουμε πολύ γυαλιστερή επιφάνεια, το λακαρισμένο ξύλο τρίβεται με πολύ λεπτό γυαλόχαρτο ή σύρμα περίπου ένα εικοσιτετράωρο μετά την εφαρμογή της τελευταίας στρώσης.
Στη συνέχεια εφαρμόζεται με μαλακό πανί ένα ειδικό προϊόν γυαλίσματος σε μορφή κρέμας. Για να έχουμε «σατινέ επιφάνεια», το λακαρισμένο ξύλο τρίβεται μετά τη πλήρη σκλήρυνση της λάκας κατά τη φορά των ινών του με σύρμα εμβαπτισμένο σε υγρό κερί γυαλίσματος. Ανάλογα με το πάχος των ινών του σύρματος επιτυγχάνεται διαφορετική αισθητικά ματ επιφάνεια.
Η βαφή επιφανειών με λάκα είναι πολύ ακριβή και εφαρμόζεται σε ειδικές περιπτώσεις και σε πολυτελείς κατασκευές.
Πηγή: xrysospathis.gr